Κνίδος η ελευθέρα

Θα πεινάσετε ρε ρεμάλια θα είσαστε πένητες και θα ψάχνετε δι’ άρτον εις τας υπεραγοράς, τέρμα ρε ζωντόβολα η καλοπέραση αν δεν ψηφίσετε εις τας εκλογάς ανθρώπους του βασιλέως των βασιλέων πολυχρονεμένου Αρταμέρκελ των Περσών.
Έκλεισε αηδιασμένος την μηχανή τηλοψίας ο Ζαφείρης ο Κνίδιος και άρχισε να ρίχνει μπινελίκια οδεύοντας προς ψιλού του. Ακόμα και την ώρα που κοίταζε με θαυμασμό τις μπουρμπουλήθρες κάνοντας κυκλάκια ουρών στην τουαλέτα, έριχνε, « ρε δε πάτε στα διάλα καθίκια που θα σκιάξετε εμάς τους Κνίδιους, όταν εσείς ρε κοθωνόμουτρα τρώγατε βελανίδια είχαμε πολιτισμό και ήρωες που ακόμα και σήμερα τους τρέμετε, ρεμάλια, ε ρεμάλια». Άνοιξε ένα χυμό κριθαριού να ξεδιψάσει και άραξε κάτω από την τέντα τσατισμένος.
Την Κνίδο ρε; Αναρωτήθηκε. Η Κνίδος ρε ρεμάλια σας έφταιξε; Ελάτε ρε μογγόλοι και θα φάτε καλά. Του Κνίδιου ο τράχηλος ζυγόν δεν υπομένει. Θα σας πετάξουμε στη θάλασσα ρε ξεφτίλες. Αυτά και άλλα σκεφτόταν για την όμορφη πατρίδα του που πραγματικά οι θεοί της τα έδωσαν όλα. 
Η πιο όμορφη χερσόνησος του κόσμου να βρέχεται από τρεις μεριές με θάλασσα που και ο Ποσειδώνας την ζήλευε και πάντα έκανε τις διακοπές του εκεί. Ακόμα και σήμερα με την ευχή της Κνίδιας Αφροδίτης τις πιο όμορφες γυναίκες διαθέτει, πλούτο και πολιτισμό που ίδρωσαν οι Κνίδιοι να αφήσουν στους απογόνους τους. 
Οι απόγονοι βέβαια το έριξαν στο σορολόπ (τρωμε από παντού) και άρχισαν να κατακλέβουν και τα δανεικά. Αυτό όμως δεν έχει καμία σημασία διότι περνούσαν μια χαρά, μέχρι που εμφανίστηκε ο τρισκατάρατος ο Αρταμέρκελ και ήθελε να την καταλάβει να την κάνει αποικία. Κατά την συνήθεια των Περσών λάδωνε πολύ κόσμο εδώ και χρόνια και ήταν όλοι δικοί του, αλλά ήθελε και την υψηλή κυριαρχία, να ξέρει ο πλανήτης πως αυτός διαφεντεύει την Κνίδο. Αυτό βέβαια δεν το είχαν υπολογίσει όσοι έτρωγαν με χρυσά κουτάλια χρόνια και τώρα κάνουν τα πάντα να βγούν πάλι κυβερνήτες για να μην υπάρξει αναταραχή στην κάθοδο του Αρταμέρκελ.
Έτσι από το πρωί μέχρι το βράδυ από τας μηχανάς τηλοψίας ούρλιαζαν οι πληρωμένοι, ακόμη και τας απογόνους της Κνιδίου Αφροδίτης με το βυζί παραμάσχαλα έβαλαν να σκιάξουν τον κόσμο. «Θα μας χάσετε ρε χαζούληδες, ψιθύριζαν με νάζι, που θα βρείτε τζάμπα μπανιστήρι όλο το εικοσιτετράωρο αν δεν ψηφίσετε υπέρ της ένωσης κατακτημένων από τους Πέρσες;». 
Οι Κνιδιώτες τα έπαιξαν πραγματικά. Να μην έχουν φαγητό και Περσό (νόμισμα) το καταλάβαιναν, αλλά να μην έχουν βυζάρες χύμα όλη μέρα, ε, αυτό δεν το θέλει ούτε ο Βραχμαπούδρας (θεός βαρβάρων). Κάποιοι βγήκαν και ψέλλισαν για ανεξαρτησία και κάτι άλλα, όμως τους κατακεραύνωσαν οι πουλημένοι, «ρε θα πεινάσεις από μπανιστήρι δεν το καταλαβαίνεις»; 
Χαμός έγινε και τότε μια επιτροπή σοφών που κουμαντάριζε χρόνια την κατάσταση σκέφτηκε να αποφασίσουν δίκαια τι να κάνουν. Άφησαν τους θερμόαιμους που γούσταραν ελεύθερη την Κνίδο να σκάψουν μια τάφρο στη μεριά που δεν ήταν θάλασσα οπότε αν δεχτούν επίθεση να πέσει μέσα ο τρισκατάρατος Αρταμέρκελ και να πάει στα κόπρανα μαζί με το στρατό του.
Τα έργα ξεκίνησαν και έσκαβαν όλη μέρα με πάθος, ενώ οι σοφοί κρυφογέλαγαν. Στο σημείο που έσκαβαν ήταν τίγκα στην τσακμακόπετρα και μόλις βάραγαν γκασμαδιά πετάγονταν φλόγες. Πήδαγαν σαν τις μαϊμούδες μόλις βάραγαν γιατί καίγονταν και λίγο. Τι διάολο είναι αυτό αναρωτήθηκαν, μην είναι θεϊκό μήνυμα πως θα κάψει τους άπιστους; Κόντευαν να τα παίξουν από το στράκα στρούκα. Πήγαν στους σοφούς που περίμεναν και, το και το ρε μάγκες, τι να κάνουμε; 
Ο ένας είπε να κάνουμε κυβέρνηση συνευθύνης, ο άλλος κυβέρνηση σωτηρίας, ο παραπέρα κυβέρνηση εθνικού σωσμού, μην τους ακούτε ωρύονταν η Αλέκα της Κνιδοπερισού θα φάνε το δίκιο του εργάτη. Οι θερμόαιμοι τσαντίστηκαν και απάντησαν πως αυτά είναι όλα υποταγή στον Αρταμέρκελ. Τότε πετάχτηκε ο πιο σοφός που ήταν και αριστερός από την εποχή του Ηρακλέα του ορνιθοφάγου. Μη σκοτώνεστε αδέρφια, ειρήνη θέλουμε, μη σκάτε θα στείλουμε ερώτηση στο μαντείο των Δελφών και θα μας πει τι να κάνουμε. 
Ηρέμησαν οι θερμόαιμοι και πράγματι έστειλαν αντιπροσωπεία. Περίμεναν κάμποσο γιατί δεν ήταν και δίπλα το μαντείο, έτσι μέχρι να έρθει η απάντηση έκαναν προεκλογικό αγώνα για καλό και για κακό. 
Αργούσε να γυρίσει ο απεσταλμένος και πίεζαν οι Αρταμερκελικοί να γίνουν εκλογές, οι βυζαρούδες άρχισαν μετά από εντολή να κρύβουν κάθε μέρα και από λίγο βυζί και από την στέρηση αποφάσισαν να κάνουν εκλογές. Παραμονή εκλογών φάνηκε σύννεφο σκόνης στον ορίζοντα, «έρχεταιιιι, έρχεταιιιι» ούρλιαξαν κάποιοι. 
Πράγματι έφτασε σκασμένος ενώπιον λαού και σοφών ο απεσταλμένος. «Λέγε», ούρλιαξαν λαός και σοφοί, «τι είπε το μαντείο»; Κόντευε να σκάσει από το λαχάνιασμα ο άνθρωπος και ψέλλισε «Ζεύς γαρ ‘κ έθηκεν νήσον ει ‘κ εβούλετο».
Την ησυχία που επικράτησε έσπασε η τσιρίδα της Ρεπούσιας Κνιδιώτισας «τι σκατά λέει, τούρκικα μιλάει ο μαλθακός»; Κάποιος από τους σοφούς της Τσιπρολάγνας Αφροδίτης απάντησε πως «μάλλον αμερικάνικα είναι γι’ αυτό ριλάξ πλιζ, πουτ δε κοτ για θυσία να μάθουμε». Φωνή ηκούσθη από μηχανήματος τηλοψίας τότε και είπε: 
«Μετά από επίσημη μετάφραση του υπουργείου εξωτερικών ο χρησμός είναι πως αν ο Δίας ήθελε να μας κάνει νησί, θα το είχε κάνει, γι αυτό τσάμπα σκάβουμε». Απελπισμένοι κι από την απάντηση του μαντείου οι Κνιδιώτες για να μην πάνε χαμένα και τα έξοδα έκαναν εκλογές και έβγαλαν παμψηφεί Αρταμερκελικούς παραδίδοντας την χώρα στους Πέρσες. 
Ο Ζαφείρης για μια ακόμη φορά μπροστά στη λεκάνη κάνοντας κύκλους, ουρών μετά το δέκατο κουτάκι χυμού κριθαριού και κνίζων  πάνω από το σώβρακο τα μαλθακά του σημεία, σκέφτηκε: «Ακόμα κι ο Δίας τα παίρνει Ρε πούση μου».  

Share:

Τίμων

Ο κύριος Γλειφτρονοκυώνογλου άνθρωπος της εποχής είπε να ξαποστάσει κι αυτός λίγο κατά τας εορτάς των ανθεστηρίων. Φόρτωσε στο τέθριππον (4χ4 άρμα all road) τα πάντα. Γυναίκα (βαρέων κυβικών), παιδιά, πεθερά (υπερβαρέων), μπάρμπεκιου, σφαχτά, γλυκά, βαλίτσες με τα ρούχα της συζύγου και ότι άλλο θα έβγαζε τα μάτια των γειτόνων στο εξοχικό στο Σούνιο κάτω από τον ναό, φάτσα στη θάλασσα, να σκάνε οι ζηλιάρηδες οι άλλοι. Με το που χτύπησε το καμουτσίκι οι ίπποι βόγκηξαν, αλλά ξεχύθηκαν τα καθαρόαιμα στο δρόμο στην παραλία προς το Σούνιο. Έβγαλε το χέρι άνετος από το παράθυρο και έριχνε κλεφτές ματιές στους άλλους αρματηλάτες να δει πόσο θαύμαζαν το δικό του θηρίο μάρκας καγιέν. Δεν πρόλαβε να απολαύσει την ευχαρίστηση που του έδινε η ζήλια των πληβείων
Share:

Ιστορικοί διάλογοι

Στα Βριλήσσια «παιδία», πριν γεμίσουν πολυκατοικίες και όλα τα καλά της σύγχρονης Ελλάδας, ήταν όμορφα χωράφια με τρεχούμενα νερά και την πέρναγαν ζωή και κότα, όσοι δεν έκαναν την «κότα» όταν κυκλοφορούσαν με σάρκα και οστά. Μια μέρα ο Κολοκοτρώνης την άραξε κατά πως συνήθιζε κάτω από έναν πλάτανο και φώναξε να του παίξουν κανένα κλαρίνο, μπας και πάρει την μεσημεριάτικη «σιέστα» του. Πλάκωσαν κάτι οργανοπαίχτες από τα νοσοκομεία που είχαν πάρει μετάταξη λόγω αναδιάρθρωσης των Βριλησσίων «παιδίων» και βάραγαν τις «πάπιες», τις σύριγγες, τις σειρήνες των ασθενοφόρων και ότι άλλο είχαν βουτήξει από τους χώρους της πρώην «εργασίας» για να τα βγάλουν πέρα στις νέες θέσεις. Παλάβωσε ο στρατηγός και άρχισε να ρίχνει μπινελίκια.
-Ρεεεεε άντε στο διάολο, δεν ζήτησα «αποκλειστική» νοσοκόμα, κανένα νταλκά να γιάνει η ψυχή μου θέλω. Παρατήστε με στην ησυχία μου.
-Δεν γίνεται, απαντά ο συνδικαλιστής της «ορχήστρας», είμαστε τώρα οργανοπαίχτες και θα μας ακούσεις γιατί σχολνάμε σε μια ώρα.
Άστραψε και βρόντηξε ο Κολοκοτρώνης και τα καντήλια σε όλα τα Βριλήσσια αλλά και παρακάτω στην Ελλαδοαθήνα κατέβηκαν προληπτικά από τους μεταταγμένους καντηλανάφτες. Την ώρα που τράβαγε το γιαταγάνι να τους στείλει  πάλι πίσω στην πρώτη υπηρεσία τους, ένας νέος καβάλα σε άτι σταμάτησε και με ύφος φώναξε στον καπετάνιο.
- Ποιος είσαι και φωνάζεις τρομοκρατώντας τα ανθρωπάκια ρε γέρο;
- Γέρους να πεις τους ξεβράκωτους που σε ακολουθούνε ρε μειράκιον, εγώ είμαι ο Κολοκοτρώνης.
- Πρώτη φορά ακούω  τέτοια ονόματα στα Βριλήσσια, μάλλον θα επιτρέψανε την είσοδο λαθρομεταναστών, άκου κο-λο-κο-τρω-νης, χαχαχααα, κάγχασε ο νέος.
- Τι γελάς ρε χαμένο, έχω και άγαλμα στο κέντρο της Αθήνας ρε άσχετε που δεν σέβεστε τίποτε πια, έχετε χαζέψει από τα κανάλια και τσιφτετέλια εδώ στα Βριλήσσια «παιδία».
- Μπα; και γιατί έχεις άγαλμα  ρε φρικιό που στα γεράματα φοράς και περικεφαλαία, εκτός από φουστίτσα πλισέ;  
- Ελευθέρωσα την Ελλάδα ρε χαμένο, οκ, όχι ολόκληρη αλλά την Πελοπόννησο και οι Έλληνες από σεβασμό με έκαναν άγαλμα με το δάχτυλο να δείχνει πέρα στις πολυκατοικίες.
- Ρε μπας και είσαι αυτός που τελευταία τα κανάλια έλεγαν πως είσαι τιγκιτάγκας;
- Κατέβα από το άλογο να σου δείξω πόσα πόμολα θα γυαλίζεις με το τροφαντό γλουτιαίο σύστημά σου. Τράβα στα σκατά παλιορεμπεσκέ που θα με πεις τιγκιτάγκα. Ποιος είσαι του λόγου σου που θα μιλήσεις;   
- Αλέξανδρο με λένε γέρο και έχω και εγώ άγαλμα στην συμπρωτεύουσα καβάλα στον Βουκεφάλα, εκεί κάτω στην παραλία και δείχνω από που έρχεται η μπόχα.
- Ρε μπας και είσαι ο μέγας Αλέξανδρος; χαχαχαχαχα, εσένα εκτός από τιγκιτάγκα λένε πως έχεις και κάτι απογόνους που ονομάζονται σκοπιανοί. Χαχαχαχαχαα. Μη μιλάς ρε χαμένο που το άγαλμά σου είναι στην συμπρωτεύουσα.
- Γέρο θα κατέβω από το άλογο και θα σου κάνω τη μούρη  κρέας, ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;
- Κατέβα ρε αν σου βαστάει και θα φωνάξω τον Άνθιμο να σε αφορίσει, θα στείλω την πολεοδομία στην Αλεξάνδρεια που είναι όλη αυθαίρετο και θα έρθει και το ΣΔΟΕ για τα μη δηλωθέντα λάφυρα από αυτά που βούτηξες στην Ασία.
- Χέστηκα ρε ραμολιμέντο, εσύ δήλωσες τα λάφυρα της Τριπολιτσάς; Την προίκα που πήρε από την Μπουμπουλίνα ο κανακάρης σου την ξέρει η εφορία; Θα φας καλά αν τολμήσεις να κανείς κάτι.
- Που τα ξέρεις βρε παιδί μου αυτά όλα, αμάν, θα με σκίσει η εφορία με τις φετινές δηλώσεις.
- Τα έμαθα τώρα που είναι της μόδας η ιστορία γέρο και όλοι έχουν  κάτι να σου κρεμάσουν και σένα και άλλων που τάχα παλεύατε για λευτεριές και κουραφέξαλα. Για μένα φορολογικά δεν λένε τίποτε ακόμα δεν έφτασε εκεί το ντοκιμαντέρ. Το σήριαλ με τους σκοπιανούς το γνωρίζω καλά, αλλά δεν θα τους πετύχω να τους σκίσω τον «γόρδιο» τους κερατάδες, διότι εκτός του ότι δεν πεθαίνουν, αν γίνει αυτό κάποτε θα πάνε στα τάρταρα τα καθίκια.
- Μα γιατί ασχολούνται με μας ρε παιδάκι μου, που μια χαρά λεβενταράς φαίνεσαι, τι σκατά θέλουν, δεν φτάνει που μέχρι και μπουντρούμι με έβαλαν;
- Αχ βρε γέρο, κι αν άσπρισαν τα μαλλιά σου γνώση δεν απέκτησες, γι αυτό και θα σου τα πάρουν όλα μέχρι μια, όσα κι αν κατέκτησες.
- Για λέγε ορέ παλικάρι να μάθω και ‘γω.
- Μάθε γέρο μου πως πολλά χρόνια τώρα τούτοι εδώ δεν έκαναν κάτι δικό τους όπως εσύ και η αφεντιά μου για την πατρίδα, από δανεικά τρώνε και πίνουν και τώρα πουλάνε και τα πατρικά. Γι αυτό και ‘γω έκανα κάτι για τα γεράματα μου μακριά από εδώ, επειδή είδα και τους απογόνους μου να ξεπουλάνε όσο-όσο.
Σε περιμένω λοιπόν για σούσι στα Σούσα. 

Share:

Ο χαρούμενος


Δεν γνωρίζω για πόσους σήμερα στην Ελλάδα η χαρά ή το γέλιο είναι σύντροφος καθημερινός και αγαλλίαση που μπορεί να κάνει την ψυχή να ξεκουραστεί, να ξαποστάσει στις δύσκολες μέρες που δημιούργησαν οι καταστάσεις.
Οι αναλύσεις είναι μέρος της κατάθλιψης όπως είναι και η καθεστηκυία τάξη των ορδών που έφτιαξαν οι "νέες αξίες". Μπορεί να βαρεθήκατε τα πάντα και να θέλετε να αλλάξετε τον κόσμο. Πως όμως να το κάνουμε όταν δεν έχουμε την δύναμη να αλλάξουμε ένα κανάλι τηλεόρασης, πόσο μάλλον να την σβήσουμε εντελώς.
Πότε είναι η τελευταία φορά που σκίρτησε η ψυχή σας από χαρά, που γελάσατε με την ψυχή σας τόσο μέχρι να πείτε το κλασσικό "μπα σε καλό μας"; Μην αναρωτηθείτε ποιος σας στέρησε το γέλιο-χαρά, αν το κάνετε θα σας πνίξει η "ανάλυση".
Θα μου πείτε μα τι κάθεσαι τώρα και μας λες. 
Τίποτε βρε παιδιά, απλά ήθελα να σας πω πως χάρηκα γιατί είναι καλά ένας φίλος, γιατί η ανάσα του μου ζέστανε την κρύα νύχτα της μοναξιάς και του απολογισμού, των υποχρεώσεων και της καθημερινής μιζέριας που κυνηγά μια επιβίωση υπολογισμών που έχουν βάση ένα δολοφόνο που λέγεται χρήμα.
Δεν έκανα έγκλημα φίλοι μου, μόνο θέλω να σας πω οτι χάρηκα και γέλασα, και ήθελα να το πω σε σας τους πέντε- έξη που διαβάζετε τα φωντοπαραμύθια. 
Σας παρακαλώ, ας μείνει μεταξύ μας γιατί και το γέλιο-χαρά το ποινικοποίησαν οι άχαροι και αγέλαστοι.
Να είσαι πάντα καλά ΦΙΛΕ.

Share:

Περίανδρος

Πήρε να ξημερώσει πριν από πολλά-πολλά χρόνια στην Κόρινθο. Οι πρώτοι μεροκαματιάρηδες έσερναν τα σανδάλια τους να πάνε στη δουλειά με την τσίμπλα στο μάτι, αφού ούτε καφέ δεν είχαν πια να πιούν να ξελαμπικάρουν. Μια παρέα σταφιδεργατών σταμάτησε σ’ ένα περίπτερο για να πάρουν τσιγάρα, την ώρα που ο περιπτεράς κρεμούσε τους φρεσκογραμμένους παπύρους με τα τελευταία νέα. Στο πρώτο φως της μέρας οι βαριεστημένοι Κορίνθιοι γούρλωσαν τα μάτια από τα πρωτοσέλιδα των παπύρων.
-Ένα λεπτό περιπτερούχε, είπε ο ένας, πλάκα μας κάμνουν αι ψιττακίδαι της εξουσίας.
-Σκάσε ρε αυνανιστή, απάντησε ο περιπτεράς, θες να μας καταστρέψεις όλους;

Έβαλαν ρεφενέ και αγόρασαν έναν πάπυρο του συγκροτήματος των Λαμπρακιδών και κρύφτηκαν πίσω από την κρήνη  Γλαύκη να διαβάσουν. Άναψαν και τσιγάρο και μετά από λίγα λεπτά άρχισαν να γελάνε κρατώντας τους κοιλιακούς χώρους των δια να μην αφοδεύσουν επάνω τους.
-Ακούστε ρε, η ξεφτίλα δεν έχει πάτο, πόσα να έχωσε ο Περίανδρος για να τον ανακηρύξουν έναν από τους επτά σοφούς του κόσμου; Είπε ο ένας.
-Βρε αρχιαυνανιστή ότι γουστάρει κάνει, τύραννος  είναι, και μίλα πιο σιγά μη μας ακούσει κανένας. Άντε πάμε τώρα για δουλειά διότι για να πληρώσει τα συγκροτήματα θα μας κρατήσει κι άλλα μεροκάματα. Απάντησε ο άλλος.
-Ρε ύπαγε πράξε τα της νεοτητάς σου κρυπτοσοσιαληστή, αυτός ο άνους ο Περιανδράκης μας κατάντησε ζητιάνους. Ρε αυνανοπίτουρα, μας εργάζονται με την παρέα του, μας έχουν κάνει ρεντικολιάδες παγκοσμίως. Είπε ο πρώτος.
-Μην πλακώνεστε ρε τζερεμέδες, είπε ο άλλος της παρέας, στα ίδια κόπρανα κολυμπάμε όλοι. Πάμε προς την κρήνη Πειρήνη να βρούμε κανέναν από τους πυρήνες της πυράς να μας πει κανένα νέο.
Έτσι πριν πλακωθούν μεταξύ τους ξεκίνησαν, ενώ είχε για τα καλά ξημερώσει και στον δρόμο της αγοράς ξεκίνησαν οι δημοσιολόγοι να ουρλιάζουν τα νέα τα χαρούμενα για την πόλη. Ήταν όλοι απόφοιτοι της σχολής δημοσιολογίας των οργανισμών Λαμπρακιδών, Μπομπολιδών, Αντενίδων, Μεγκατσανελίδων, Κουρηδών, Σταρτσανελοξεβρακομενιδών και άλλων ευγενών ιδρυμάτων, γιατί από τότε που έκλεισαν κάτι χαμαιτυπεία όπως αι σχολαί των Επικούρειων κι άλλα τέτοια οπισθοδρομικά, γέμισε η Ελλάς φωτισμένους μαχητές δημοσιολόγους.
Πέρασαν κακήν κακώς από την κεντρική αγορά γιατί ο λαός πανηγύριζε με τα καλά νέα και χόρευε στους δρόμους. Πήγαινε ο απόκινος (τσιφτετέλι) σύννεφο πρωί- πρωί.
Οι δημοσιολόγες με τα στήθη προτεταμένα περιτριγυρισμένες από μακτροκτυπίες  (τσιφτετελούδες) ξεβράκωτες, ούρλιαζαν και όλοι μαζί λαός και ψιττακοί της εξουσίας έσπρωχναν την ημέρα άφραγκοι.
Φτάνοντας πίσω από την κρήνη Πειρήνη είδαν πρόσωπα άγνωστα να είναι μαζεμένα.
-Βρε ευτραφή αυνανιστή αυτοί δεν είναι οι πυρήνες, κάτι συμβαίνει εδώ. Είπε ο ένας.
Τότε ένας γέρος κουρελιάρης τους ψιθύρισε.   
-Σκάστε και ακούστε τους γιατί θα σας στείλουν για περαίωση βρε όρνεα.
Εποίησαν την νήσσαν και ανάβοντας τσιγάρο κάθισαν στα μάρμαρα τρομαγμένοι.
Ένας ευτραφής πήρε τον λόγο και με το μάτι γουρλωμένο σαν να το έσπρωχνε από μέσα το λίπος άρχισε να ρητορεύει. 
-Σβήστε τα τσιγάρα αγαπημένοι μου συμπολίτες ακολουθώντας το παράδειγμα της υγιεινής ζωής του πολυχρονεμένου μας Περίανδρου. Σας το λέω αυτό για να μην ψοφήσετε βρε και να προλάβουμε να τα φάμε όλοι μαζί τα πλούτη που φέρνει στην αγαπημένη μας Κόρινθο ο πανέξυπνος, το σαΐνι μας, ο σκεπτόμενος αρχηγός μας. Τώρα που όλος ο κόσμος αναγνώρισε την σοφία του ηγέτη μας θα ήθελα να ξέρω τι κόπρανα θα λένε αι παπαρίδαι (ουδεμίαν σχέσην με παπαρήγα) που του χρέωναν όλα αυτά τα ψέματα και έλεγαν πως είναι βραδύνους. Και τι δεν είπαν οι ανάλγητοι της πληροφόρησης. Είπαν πως ο πολυχρονεμένος πλάκωσε την γυναίκα του την όμορφη Λυσίδη στις κλωτσιές και την σκότωσε. Πως είναι δυνατόν αυτός ο τρυφερός, πανέξυπνος και  σαϊνοκατασκευασθείς σύζυγος που λατρευτικά την φώναζε  Μέλισσα να την σκοτώσει στο ξύλο και μετά να ασελγήσει στο πτώμα της;
Εξ άλλου η ανεξάρτητος δικαιοσύνη θα τον βούταγε πριν βουτήξει αυτά που της έχωσε ως επίδομα αληθείας.
Λένε τα ρεμάλια πως μάζεψε τις πλούσιες κουτσομπόλες Κορίνθιες στο παλάτι του και αφού τις ξεβράκωσε τις έκαψε για να πάρει τα κοσμήματα να πληρώσει κάτι δάνεια αφού κράτησε κι αυτός την μίζα του. Πιστεύετε βρε αυτά τα αποβράσματα του κινήματος των κομμουνιστοσυμοριτιδών;
Γελάω μαζί σας όταν ακούω πως ο ηγέτης μας ήθελε να ευνουχίσει 300 παίδες εκ Κερκύρας, επειδή εξορίζοντας τον αγαπημένο του υιό Λυκάφρονα στο όμορφο νησί οι Κερκυραίοι χέστηκαν από το φόβο τους μήπως ακολουθήσει ο πατήρ και τον έκαναν φλαμπέ.
Λένε και για την φορολογία πως είναι άδικη και πως δουλεύετε τζάμπα. Αυτά είναι αίσχη, αφού απαγόρευσε την αγοραπωλησία δούλων και τώρα είσαστε όλοι ίσοι και δουλεύετε άνευ διακρίσεων δουλικότητας.
Ποίος δεν κλείνει μάτι το βράδυ  επιβάλλοντας σκληρές ποινές στους οκνηρούς και φυγόπονους ελεύθερους επαγγελματίες;  
Ποίος βρε αχάριστοι ταξιδεύει νύχτα μέρα για το καλό σας και για να καταστήσει την Κόρινθο ηγέτιδα δύναμη;
Ποίος είπε «Δημοκρατία κρείττον τυραννίδος» , άσχετα αν ο ίδιος είναι τύραννος; 
Για ποιον το κάνει; Για πάρτη του;
Ποίος είπε «Άρχουσιν είκε» (να υπακούς στους Άρχοντες);
Ποίος είπε «Μηδέν χρημάτων ένεκα πράττε, δει γαρ τα κερδαντά κερδαίνειν» (τα σάβανα δεν έχουν τσέπες, άσε θα τα φάμε εμείς);
Καταλαβαίνετε πως δεν ανακηρύχτηκε τυχαία εις εκ των επτά σοφών του κόσμου διότι είπε πολλά τέτοια, γι αυτό κλείστε τα ώτα σας στις σειρήνες.
Τότε πετάχτηκε ένας από τους παρατρεχάμενους του ρήτορα και είπε:
-Break για να τσιμπήσει κάτι ο ρήτωρ να λιγδώσει ο στόμας του.
Η παρέα φοβισμένη παρακολουθούσε και με την ευκαιρία είπαν να την κοπανήσουν, αλλά ο γέρος τους συμβούλεψε να μην το κάνουν διότι θα έβρισκαν τον μπελά τους.
-Ποιος είσαι ρε γέρο και τι σκατά να ακούσουμε από αυτόν τον ευτραφή αυνανιστορήτορα; Ρώτησε ο ένας.
-Τειρεσίας είναι το όνομά μου παιδί μου και κάνω τον μάντη για να ζήσω. Έχω και γραμμή τηλεφωνική με ζώδια πάρτε και μια κάρτα να μάθετε το ριζικό σας.
-Ποιο ριζικό μας ρε μπάρμπα, μας ρούφηξε το αίμα ο πολυχαζεμένος και το ασκέρι του, αλλού ζεις εσύ; Απάντησε τσαντισμένος.
-Αχ παιδάκι μου αυτά δεν είναι τίποτε. Τώρα ζούμε μια χαρά, βρίσκουμε και λίγη σταφίδα να φάμε. Σε καμία δυο τρεις χιλιάδες χρόνια θα γίνουν χειρότερα όταν θα ανακηρύξουν έναν από τους εκατό σκεπτόμενους τον τότε κυβερνήτη της ενωμένης Ελλάδας που θα κάνει την επανάσταση του αυτονόητου και θα την κυβερνάει με άλλους τριακόσιους. Είπε ο γέρος.
-Τι επανάσταση του αυτονόητου είναι αυτή ρε μπάρμπα; Ρωτά πάλι.
-Άκουσε παλικάρι μου, βρίσκεις ένα λαό, διορίζεις τα δυο τρίτα στο δημόσιο, εσύ μαζί με την παρέα σου κατασπαταλάτε το δημόσιο χρήμα κάνοντας ζωή αυτοκράτορα με δανεικά. Μετά αν οι δανειστές θέλουν τα λεφτά εσύ με τους τριακόσιους που κυβερνάτε βάζετε φόρους, τους πατάτε κάτω όλους και λέτε πως αυτό το κάνετε για να τους σώσετε. Αυτό είναι η επανάσταση του αυτονόητου. Κατάλαβες;
-Αμάν ρε μπάρμπα και αυτόν θα τον βάλουν στους εκατό σκεπτόμενους του κόσμου όπως τον δικό μας στους επτά σοφούς; Είπε αγανακτισμένος ο νεαρός.
-Ναι παλικάρι μου γιατί όπως γλίτωσαν οι νεανίες Κερκυραίοι τον ευνουχισμόν όταν προσάραξε το καράβι στη Σάμο, θα την γλιτώνουν στον αιώνα τον άπαντα τα λαμόγια. Είπε ο γέρος συνεχίζοντας να μοιράζει κάρτες.
Η παρέα έπεσε σε βαθιά περισυλλογή μελαγχολώντας ώσπου ο ένας σπάζοντας την σιωπή είπε.
-Δεν πιστεύω πως μια ενωμένη Ελλάδα θα την βασανίσει έτσι ένας τύραννος με τριακόσιους μπουρδουκλεμέδες. Θα είναι πολύ εύκολο να τους ευνουχίσουν και να σωθούν.
Share:

Ο Δύσκολος

Είναι ένα έργο του Μένανδρου που μας βεβαιώνουν πως σώθηκε ολόκληρο. Τα άλλα που ήταν πάνω από εκατό τα έφαγε η μαρμάγκα. Το γιατί δεν το γνωρίζει κανένας. Ίσως γιατί ήταν κολλητός του Επίκουρου και του Θεόφραστου επηρεασμένος τα μάλα από αυτούς, ίσως για τα πανανθρώπινα μηνύματα που πέρναγε με το έργο του. Τέλος πάντων το μόνο που μας βεβαιώνουν πως σώθηκε είναι "ο Δύσκολος", για να αναδειχτεί λέει η ανάγκη των ανθρώπων  να συνυπάρχουν και οτι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και άλλα ωραία. Επειδή δεν είμαστε Γεωργουσοπουλαίοι ειδικοί εις την κριτικήν και ανάλυση του θεάτρου παλαιού και νέου, θα σας μεταφέρουμε το στόρι του έργου και αποφασίστε μόνοι σας για τον ήρωα και τα άλλα. 
Έχουμε και λέμε λοιπόν:

Share:

Ασπασία

Η υπέροχη αυτή γυναίκα παραδόθηκε από την ιστορία σε μας τους νεότερους ως εταίρα. Το οτι ήταν σύζυγος του Περικλέους  δεν έπαιξε και μεγάλο ρόλο για τους ιστορικούς αφου ποτέ δεν προσπάθησαν  να ξεδιαλύνουν το αρχαιοελληνικό εταίρα από το χριστιανικό πουτάνα. Χρεώνουν στην Ασπασία ακόμη και τον επηρεασμό για την ανέγερση της Ακροπόλεως, θέλοντας να υποτιμήσουν τον Περικλή. Αυτός θα έπρεπε να είναι και ο λόγος που η ιστορία να γονατίζει μπροστά της, αν είναι αλήθεια.
Η ιστορία (μεγάλη πουτάνα) όταν θέλει να καταδικάσει κάποιον γνωρίζει άριστα την τεχνική. 
Την θυμήθηκα αυτές τις μέρες που η πουτανιά πάει σύννεφο και δυστυχώς δεν υπάρχουν οι παλιές καλές πουτάνες να ξεδώσουν οι υποστηρικτές της σωτηρίας ημών. Βλέπετε η αρχαία εταίρα μας έδωσε μια ακρόπολη ενώ
οι σύγχρονες πουτάνες αυτό που ζούμε καθημερινά.
Το χριστιανικό πουτάνα το χρησιμοποιούμε πάντα ευτελίζοντας το πρόσωπο στο οποίο αναφερόμαστε διότι η ξεφτίλα πάει με το βάρος των αμαρτιών. Το κοινωνικό έργο που προσέφεραν παλιά οι πουτάνες ήταν μέγιστο, γλιτώνοντας τις χριστιανικές κοινωνίες από τον χορό των ορμονών που τύφλωναν ακόμα και τον πατέρα απέναντι στην κόρη.
Το καλό με την χριστιανική απόδοση της έννοιας πουτάνα είναι οτι μας έφτασε σε αγγελικά επίπεδα. Τι σκατά πιστοί θα είμαστε άλλωστε αν δεν γινόμασταν άγγελοι. Σαν τους αγγέλους και η πουτανιά δεν έχει φύλο. Πόσες φορές δεν έχετε ακούσει το "μεγάλη πουτάνα ο Φώντας την πήρε την επιδότηση", κι άλλα παρόμοια. Επίσης ένα καταπληκτικό είναι και το ανώτερο στάδιο της πουτάνας, που λέγεται καριόλα. Παράδειγμα "ο Φώντας η πουτάνα είναι μεγάλη καριόλα τα κονόμησε πάλι".
Θα μου πεις, ρε πουτάνα, ωδή στις πουτάνες και στις καριόλες κάνεις; Όχι ρε παιδιά, κάνω και γω πολιτική ανάλυση για το αποτέλεσμα των εκλογών, και θέλω να βρώ αυτούς που δεν ψήφισαν "δημοκρατικά" τον εκλεκτό μου, ακόμη και απέχοντας οι πουτάνες.
Πάντως ακόμα και στο σκεπτικό των πουτανοκαριόληδων σήμερα, η πουτάνα και η καριόλα είναι κάτι ξευτελισμένο. Δεν εξηγείται αλλέως πως, το να σε βρίζουν χυδαία επειδή απλά δεν ήθελες να κάνεις τα κέφια της κάθε τριτοκλασάτης πουτάνας που όρισαν τα κόμματα σωτήρες ημών. Άρα στους κύκλους των αγνών αγγέλων είναι κατανοητή η διαφορά μεταξύ γάτας πουτάνας που τα κονομάει δίνοντας αξία στο σύστημα, και πουτάνας που δεν ψήφισε να μας κάνει τα κέφια. 
Μην ξεχνάμε το βασικό χαρακτηριστικό που αποδίδουν στις πουτάνες, την κουτοπονηριά. Επίσης η πουτάνα έχει κι άλλα χαρίσματα, είναι καταφερτζού μεγάλη, θα έχετε ακούσει πολλάκις το " ο Φώντας είναι μεγάλη καριόλα σκέτη τσαούσα η πουτάνα".  Η πουτάνα τα κάνει όλα για να επιβιώσει, μέχρι και καριόλα γίνεται στο τέλος. Αν θέλετε να το διαπιστώσετε κάντε μια τσάρκα στο ιντερνέτι, όπου άγγελοι αυτής της ζωής ανακάλυψαν κάποιες πουτάνες και τις βρίζουν.
Ααα μην ξεχάσω να σας πω πως παλιά τις πουτάνες κάθε μήνα τις εξέταζε το υγειονομικό για διάφορα νοσήματα. Αυτό σημαίνει πως ως επαγγελματίες το κράτος ήξερε που κατοικοεδρεύουν. Από τότε που το κράτος επέτρεψε την πουτανιά ως σύστημα επιβολής της εξουσίας, οι πουτάνες έγιναν άγγελοι χωρίς φύλλο και διαφεντεύουν την χώρα. Γέμισε εγκεφαλική σύφιλη η ζωή μας, που δυστυχώς είναι μεταδοτική. Από τα ανώτατα κυβερνητικά κλιμάκια μέχρι τα τσιράκια τους στο ιντερνέτι η κατάσταση είναι άρρωστη πια. Το δυστύχημα είναι πως η εγκεφαλική σύφιλη μεταδίδεται άνευ σεξουαλικής επαφής προσθέτοντας και την αρρώστια της αγαμίας.
Θα μου πείτε τι σχέση έχουν όλα αυτά με την Ασπασία; Καμία ρε παιδιά, γιατί είπα εγώ οτι έχουν;
Θα μου πείτε πάλι πως δεν καταλάβατε τίποτε. Αααα δεν θέλω τέτοια.
Στην πουτάνα, πουτανιές;

Share:

Εκρήξεις παπύρων

Ο Ξενοφών μόλις τελείωσε τα μαθήματα στην ακαδημία Πλάτωνος, μάζεψε γρήγορα το λαπ τοπ και έτρεξε στο πάρκινγκ να πάρει το άρμα του για να γυρίσει στην Αθηνουά. Πέταξε στο πίσω κάθισμα του άρματος τα πανεπιστημιακά συγγράμματα και το λαπ τοπ, τραβάει τα χαλινάρια και σπινάροντας βγήκε στη μεγάλη λεωφόρο. Ήταν τρομοκρατημένος από την είδηση ότι στην Αθηνουά γίνεται κόλαση από κάτι παπύρους βόμβες που ταχυδρομούσαν νεαροί ταραξίες.
Όχι πάλι ρε γαμώτο σκέφτηκε οδηγώντας τρελά. Θα με κλείσει μέσα ο μπαμπάς μην πάθω κανένα ατύχημα. Το μυαλό του όμως πήρε γρήγορα στροφές και πήγε κατ ευθείαν στο στέκι που σύχναζαν κάτι ρέμπελοι συμφοιτητές του. Αυτοί κάτι θα ξέρουν σκέφτηκε. Παρκάροντας το άρμα πρόχειρα στη μέση του δρόμου, βλέποντας την παρέα να χασκογελάει πήγε τρομαγμένος κοντά τους. Με μάτια γουρλωμένα που το διασκέδαζαν ρώτησε για τα «χτυπήματα». Όλοι γέλασαν και η Μουτρήδεια του Νευρικίδη πήρε τον λόγο.
-Βρε χέστη, είπε στον Ξενοφώντα, επειδή βαριέμαι να σου αναλύσω την κατάσταση και επειδή η γλώσσα μας ελληνική είναι, άρα και πλουσία, θα δανειστώ κάτι από τον Δ. Χαριτόπουλο που έκατσε και μάζεψε τον εκπληκτικό πλούτο των λέξεων για τον χαρακτηρισμό του βλάκα.
Μέτρα λοιπόν: «νωθρός, άνους, μωρός, μώλυς, ευήθης, αμβλύς, βληχρός, αβδηρίτης, χαύνος, χάσκας, πελελός, αναίσθητος, αμβλύτης, νώθειος, άφρων, αμαθής, άσκεφτος, αερολόγος, κόρυζα, ζωντανό, ζωντόβολο, κουτορνίθι, κωθώνι, μάπας, βλάκας (με περικεφαλαία), πανίβλακας, ανόητος, ελαφρύς, γελοίος, μπουνταλάς, μπούφος, μπαρούφας, μπούρδας, χάνος, ψάρι, βλήμα, σερσέμης, χαϊβάνι, πίπιζας, τούβλο, ντουβάρι, χαλβάς, χάχας, κούτσουρο, μούσμουλο, χοντροκέφαλος, στενόμυαλος, ελαφρόμυαλος, ορνιθόμυαλος, μωροπίστευτος, φυγόμυαλος, κουφιοκέφαλος, κοντόφθαλμος, στενοκέφαλος, σκατοκέφαλος, σαχλαμάρας, αφελής, κοιμήσης, κοιμισμένος, νυχτωμένος, ύπνος, απτάλης, αχμάκης, ζευζέκης, στούρνος, στουρνάρι, πίτουρας, χάπι, χάπατο, φιόγκος, κολοκύθας, κεφάλας, στόκος, κάλος, μπάμιας, φελλός, καθυστερημένος, σκατόμυαλος, κοκορόμυαλος, ζαβός, ηλίθιος, λειψός, κλούβιος, θέατρο, κουτεντές, κουτούλιακας, στραβάδι, ντιπ (ντιπ για ντιπ), βραδύνους, σκράπας, αγαθός, αγαθιάρης, αγαθοκλής, αγαθοψώλης, αγαθομούνα, μικρόμυαλος, μικρονοϊκός, μυγοχάφτης, απόμωρος, ζαβλακωμένος, θεόκουτος, νταμάρι, ζώο, βόδι, μοσχάρι, κρέας, σαχλός, σαχλαμπούχλας, τρίχας, φάβας, χαζοχαρούμενος, άχυρο, χαμένος, χαζοβιόλης, μουρόχαβλος, κλαπανάρας, κρετίνος, αποβλακωμένος, παρμένος, μύωψ, κορόιδο, πατάτας, πιλάφας, καζάνας, τουφεκαλεύρης, ξυλοσχίστης, ρόζος, ανεγκέφαλος, πτηνοκέφαλος, ελαφροκέφαλος, μπουσδούκος, μπουζουκοκέφαλος, νούμερο, γκαβός, κόπανος, μέτριος, λίγος, ανίκανος, ανεπαρκής, χύμα, σκόρπιος, καδρόνι, ανερμάτιστος, γκαφατζής, μηδέν, τίποτα, μπουμπούνας, μπουμπουνοκέφαλος, μπαγλαμάς, πλημμύρας, παπάρας, παπαρόπουλος, κώτσος, όρνιο, πρόβατο, κοκωβιός, κότα, χήνα, κλώσα, βλαμμένος, βλακόμουτρο, βλακέντιος, τενεκές, βλήτο, ούφο, βούρλο, μόγγολο, Νταού, χόρτο, φυτό, μπάζο, Γκαούρ, Γκούφι, γκαγκά, γκάου, κουλός, γεια σου, φλοπ.
Εννοείται ότι η κορωνίδα όλων είναι η πολυσήμαντη και κάτω από κάθε γλώσσα λέξη μαλάκας (το επίθετο μαλακός είναι συγγενές του βλάκας) και εμφαντικά πολύ μαλάκας ή ένας μαλάκας και μισός ή βαρύς μαλάκας ή πολλά κιλά μαλάκας για τις ιδιάζουσες περιπτώσεις. Συν τα παράγωγά της μαλακοπίτουρας, μαλακοκαύλης, μαλακαντρέας, μαλακόπτηνος, μαλακόβιος, μαλακιστήρι, μαλακοφέρνει, μαλακοδείχνει, αρχιμαλάκας, αρχοντομαλάκας, χαζομαλάκας, χοντρομαλάκας, μαλακοκυριλές, λεβεντομαλάκας, μαλάκας-κλάσικ, και τα ομοειδή πεοκρούστης, ψωλοβρόντης, τρόμπας, μινάρας, παπαροπλημμύρας. Η αξεπέραστη λέξη μαλάκας αποδίδει εναργέστατα την καθ' έξη ροπή του βλάκα σε βλακώδεις ενέργειες ή την αυτοϊκανοποίηση του βλάκα που κάθε φορά νομίζει ότι κάτι πέτυχε. Και σε πάμπολλες περιπτώσεις δεν περιορίζεται απλώς και μόνο στην έννοια της βλακείας, αλλά αποδίδει και μια ορισμένη μομφή για κάποια μικρή ή μεγάλη απρέπεια, ότι πέρασες τα εσκαμμένα∙ τα λεγόμενα «μαλακία έκανες», «κοφ’ τις μαλακίες», «δεν μπορώ τις μαλακίες» είναι και μια επαναφορά στην τάξη».
Κατάλαβες τώρα αητέ της ακαδημίας;
Αποσβολωμένος ο Ξενοφώντας άκουγε την Μουτρήδεια και φεύγοντας με σκυφτό κεφάλι σκέφτηκε, «Ω πόσον κόπον κατέβαλε ο Χαριτόπουλος δια την συλλογήν και η Μουτρήδεια να φωνασκεί. Θα μπορούσε να μου πει απλά Παπατζής».

Share:

Αυτοκάβδαλοι κορασίδαι

Τα παλιά χρόνια που οι άνθρωποι δεν είχαν οθόνη για να "βγάζουν τα μάτια τους" όπως θα έλεγε και η θεία Πελαγία, ερχόταν σε σαρκική επαφή με όλα τα αποτελέσματα μιας τέτοιας πράξης. Σήμερα που όλα είναι fast track, fast food ή μπανίζειν ελευθέρως μέσω ιντερνετίου, χάθηκαν και κάποιοι θεοί του παρελθόντος. Παράλληλα χάθηκαν και γιορτές που ήταν αφιερωμένες σε θεότητες που δούλευαν πάντα για το καλό του ανθρώπου πιστού. Κάποια κορίτσια σήμερα ζήλωσαν την δόξα των εορταστών και παραστράτησαν χρησιμοποιώντας κάποια σύμβολα δια τον ανασκολοπισμόν ημών των αθώων βλακών. 
Η Δραγώνα κι η Παγώνα λοιπόν έγιναν Αυτοκάβδαλες κουβαλώντας ιθύφαλλους και θέλουν σώνει και καλά να μας βιάσουν χώνοντας αυτούς τους τεράστιους φαλλούς στο μυαλό μας.
Αυτοκάβδαλος ή φαλλοφόρος ήταν αυτός που κουβάλαγε μια κατασκευή από δέρμα που αναπαριστούσε ένα τεράστιο πέος. Αυτά τα έκαναν στις εορτές των Διονυσίων σχηματίζοντας φαλλικές πομπές και αυτό το τεράστιο παλούκι το ονόμαζαν ιθύφαλλο. Αυτές ήταν γιορτές χαράς αφιερωμένες και στην γονιμότητα. Εκτός των άλλων οι γυναίκες πρόσφεραν θυσίες με ιθυφάλλους εκ ζύμης οπτής συμμετέχοντας στις εορτές των Θεσμοφορίων. Είχαν και χαρακτήρα δεήσεως υπέρ της ευγονίας των Αθηναίων για την αύξηση του πληθυσμού, παρθένες κρατούσαν σε τεράστια κοντάρια δίκην λαβάρων τους ιθυφάλλους και όλα ήταν μια γιορτή.
Αυτά και άλλα δεν θα έχουν την ευκαιρία να τα μάθουν στο μέλλον οι μαθητές των σχολείων στην Ελλάδα γιατί η Δραγώνα στο υπουργείο της Παγώνας της σοσιαλίστριας πρότεινε λέει να γίνει προαιρετικό το μάθημα της ιστορίας κάπου εκεί στο λύκειο. Μετά διέρρευσε πως το μάθημα της ιστορίας το πάει για φούντο η Δραγώνα με την Παγώνα και η πρώτη για να σωθούν τα προσχήματα παραιτήθηκε. 
Σκέφτομαι οτι η Παγώνα και η Δραγώνα έχουν δίκιο και πρέπει να καταργηθεί το μάθημα της ιστορίας διότι ο μαθητής του μέλλοντος τι υπερηφάνεια θα νιώσει για τους προγόνους (εμάς τους ανασκολοπισμένους) και τους τωρινούς κυβερνήτες αυτής της πατρίδας. Μη μου πείτε πως κάποια στιγμή μελετώντας ως παιδιά ιστορία δεν νιώσατε υπερηφάνεια για τους αγώνες του λαού που έλαβε μέρος σε απελευθερωτικούς αγώνες και για κάποιους ηγέτες, γιατί δεν θα σας πιστέψω. Γι αυτό λοιπόν πέρα από τα μύρια κακά και προβλήματα που φορτώνουμε τις γενιές του μέλλοντος ας μην τους φορτώνουμε και ντροπή.
Ας είχαμε την τόλμη όταν αι αυτοκάβδαλοι κορασίδαι Παγώνα και Δραγώνα κρατούσαν τους ιθυφάλλους αντί να προτάξουμε τον πρωκτό του μυαλού μας, να τους τον χώσουμε στον ...(θου κύριε), σε αυτές και σε όλα τα πουλημένα φερέφωνα που ακόμα κελαηδάνε. 

Share:

Σπάρτακος

Είχε απλωθεί η νύχτα σαν πέπλο με αχνό μοβ και γαλάζιο, αυτό το γλυκό γαλάζιο που σε μεθά όταν σε τυλίγει. Αποκαμωμένος ο Σπάρτακος αποτραβήχτηκε κάτω από τον αγαπημένο του έλατο. Ακούμπησε στον κορμό του και σάρκα με ξύλο έγιναν ένα.
Έτσι τον αγκάλιαζε κάθε φορά που ξάπλωνε στα ριζά του. Ένιωθε τη ζεστασιά του ο Σπάρτακος και μια αγκαλιά που του έλεγε πως είσαι γιος, αδερφός και σύντροφος. Με μια χούφτα χόρτα που ευωδίασαν μόλις τα έκοψε, έσκυψε να σκουπίσει το αίμα από την δεξιά κνήμη, μια πληγή από την τελευταία επίθεση σε στρατόπεδο Ρωμαίων όπου έστειλε για μια ακόμη φορά στον Άδη κάμποσους από δαύτους.
Γύρισε το κεφάλι προς τα πάνω κι ο έλατος χαμογελώντας τράβηξε την πυκνή φυλλωσιά του να δει την πανσέληνο. Αυτή η μοναδική στιγμή που το φως της σελήνης τον έλουζε, αυτή η μοναδική σκέψη, «άραγε πόσες φορές θα σε δω ακόμα».
Δεν είχε την πολυτέλεια να αφήσει σκέψεις και συναισθήματα να φωλιάσουν στην καρδιά του. Όπου και να γύριζε τα μάτια του τους έβλεπε, ήταν όλοι εκεί. Αυτοί που ακούμπησαν τη λευτεριά τους πάνω του. Κάποιες στιγμές δεν το χώραγε το μυαλό του πως από εβδομήντα συντρόφους, ήρθαν και φώλιασαν στην καρδιά του και στα βουνά χιλιάδες.
Μετά η σκληρή πραγματικότητα τον έκανε να ουρλιάζει μέσα του. «Χωρίς δικαιοσύνη και ελευθερία ζωή δεν αξίζει». Είχε περάσει καιρός που έκανε τη Ρώμη να ανησυχεί για τα καλά πια και να θέλει να τον εξοντώσει κι αυτόν και όσους τον ακολούθησαν. Η αυτοκρατορία δεν τρόμαζε από τις απώλειες που της προκαλούσε αλλά από τις ιδέες του. Ελευθερία και δικαιοσύνη δεν πάνε με την εξουσία.
Ο ίδιος γνώριζε ποιο θα είναι το τέλος, όμως ακόμα κι αυτό έπρεπε να το κρατά για ‘κείνον. Όλοι είχαν πιστέψει ότι μπορεί να ελευθερωθούν, όλοι πολεμούσαν σαν σκιές και μάχη δεν είχαν χάσει. Δεν υπολόγιζαν ούτε το μέγεθος ούτε την οργάνωση των λεγεώνων. Είχαν γίνει ανίκητοι, το μυαλό και η πίστη τους οδήγησε σε εξωπραγματικούς ατραπούς.
Αυτό τον σκότωνε πιο πολύ γιατί το έβλεπε, το ένιωθε, πως δεν μπορούν να το καταλάβουν όλοι οι άνθρωποι αυτό το απλό, ο καθένας για δικούς του λόγους και είναι τόσο μα τόσο απλό...δικαιοσύνη και ελευθερία. Φώναξε κοντά του τους συντρόφους του.
Είχαν μείνει σαράντα επτά από τους εβδομήντα που ξεκίνησαν. Κάθισαν γύρω του κι ο έλατος έλαμψε όλο καμάρι, κάθε φορά που γίνονταν αυτό το ίδιο ένιωθε γιατί κρεμούσαν στα κλαδιά του τα άρματά τους και τον μεθούσε η μυρουδιά του αίματος των καταπιεστών.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν στο φως της πανσέληνου και έγιναν ένα με το μεθυστικό χλωμό χρώμα. Είπαν αστεία, γέλασαν, κανόνισαν για το αύριο και έφυγαν όλοι να ξεκουραστούν. Όλοι εκτός από έναν που ήταν η σκιά του παντού, στις μάχες, στη ζωή, στην ανάσα.
-Σε νιώθω ανήσυχο, είπε το παλικάρι.
-Όλα καλά, απάντησε, πήγαινε να ξεκουραστείς.
-Θέλω να μου πεις γιατί θα ηττηθούμε.
-Γιατί δεν μπορώ να αγκαλιάσω χιλιάδες, εκατομμύρια και τώρα και στο μέλλον και να τους ψιθυρίσω στην καρδιά, παλεύετε ως ΕΝΑΣ ή πεθάνετε ως ΔΥΟ.
Share:

Σάτυροι

Οι Σάτυροι, λένε οτι ήταν όντα μυθικά  της ελληνικής μυθολογίας. Από τη μέση και πάνω ήταν σχεδόν ανθρωπόμορφοι, φαλακροί και με μυτερά αυτιά, ενώ είχαν πόδια και ουρά τράγου. Ήταν χαρά θεού πλάσματα και όλη μέρα δεν είχαν άλλη ασχολία από το να τραγουδούν να πίνουν κρασάκι και να κυνηγάνε όμορφα κορίτσια (σαν την μπιρμπίλη). Για να "ρίξουν" τα κορίτσια έκαναν πολλά κόλπα εντυπωσιάζοντας τας κορασίδας αι οποίαι μετά έκαναν διάφορες χαριτωμενιές με τους παιχνιδιάρηδες Σατύρους.
Αυτό μπορείτε να το διαπιστώσετε και στην φωτογραφία που τράβηξε άγνωστος καλλιτέχνης την ώρα που ένας Σάτυρος έκανε κόλπα σε ένα κορίτσι. Η φωτογραφία αυτή έκανε πάταγο την εποχή εκείνη γιατί ο καλλιτέχνης εκβίαζε τους Σάτυρους οτι θα την δώσει στην δημοσιότητα αν δεν του πασάρουν κι αυτού κανένα κοριτσόπουλο. Τότε οι Σάτυροι τα πήραν στο καραφλό κρανίο τους και ντύθηκαν με άσπρα πουκάμισα και μαύρα γιλέκα. Πήγαν χαράματα και του χτύπησαν το κουδούνι.
Share:

Ερυσίχθων


Παιδί από σπίτι ο Ερυσίχθων, αυτό που λέμε από τζάκι εδώ είναι μια πραγματικότητα. Το ποιος ήταν ο μπαμπάς του το ξέρει μόνο η μαμά του, γιατί άλλοι λένε πως ήταν ο Μυρμιδόνας και άλλοι ο  Τρίοπας. Το σίγουρο είναι πως ήταν εγγονός του Ποσειδώνα κι αυτό μόνο έφτανε να κάνει τα δικά του  ως πλουσιόπαις και καλομαθημένος. Βαρέθηκε να τον ενοχλούν στην πόλη τα καυσαέρια και η φασαρία και πήρε την απόφαση να πάει να φτιάξει μια βιλίτσα σε ένα δάσος, μακριά από τους κάφρους που τον ενοχλούσαν.
Πήρε λοιπόν είκοσι παλικάρια, διάλεξε ένα ωραίο ευάερο και ευήλιο άλσος και λέει, εδώ μια χαρά είναι.
Σιγά μην ζήταγε και καμία άδεια από την πολεοδομία ή να κοίταγε μήπως ήταν εθνικός δρυμός και άλλα τέτοια κουραφέξαλα. Ελληνάρας ορίτζιναλ ο Ερυσίχθων, απλά
Share:

Επιμενίδης


Μιλάμε για περίπτωση σπάνια στην ανθρώπινη ιστορία. Ο σοφός έκανε ρεκόρ που θα παραμείνουν αξεπέραστα στον αιώνα τον άπαντα. Κατ αρχάς έζησε 299 χρόνια, μόνο να το σκεφτείς σε πιάνει τρέλα. Από αυτά, τα 57 χρόνια κοιμήθηκε σερί κληροδοτώντας σε μας την παροιμιώδη φράση Επιμενίδειος ύπνος.
http://www.u.lodz.pl/~wibig/hieronim/Epimenides.jpgΒέβαια κάποιοι λένε ότι έζησε μόνο 157 χρόνια, αλλά με την κακία θα μείνουν γιατί η αλήθεια είναι ότι  ο θρησκευτικός δάσκαλος μπορεί να έζησε και πάνω από 300. Θα μου πεις που το ξέρεις; Ε, από τότε ήταν γνωστή η μεσογειακή δίαιτα και μην ξεχνάμε ότι το παλουκάρι ήταν κρητικός.  Ύστερα για να κοιμάται 57 χρόνια  χωρίς σταματημό, σίγουρα θα ήταν δημόσιος υπάλληλος. Άραγε γιατί να μην ζήσει τόσο πολύ; Ούτε έσκαβε ούτε έσκαγε για τίποτε. Βάλτε και τα θαύματα που έκανε γιατί ήταν και θαυματοποιός, ήταν και κολητάρι του Σόλωνος και να η μακροβιότης.
Εξ άλλου την λογική με την οποία ασχολήθηκε χρησιμοποίησα  και να πως βγαίνουν τα συμπεράσματα. Φαντάσου τώρα να ζεις τρεις αιώνες, τι μυαλό θα κουβαλάς μετά από κάμποσα χρόνια. Εδώ ακόμα και στα λίγα που ζούμε κάποια στιγμή το χάνουμε και αρχίζουμε τις τρελίτσες.
Share: